Mαγδαληνή

 

Τούτη είναι η ιστορία της Μαρίας της Μαγδαληνής. Γνωρίζετε τον τρόπο της ζωής μου. Πώς τη νύχτα οι άνθρωποι μας γνώριζαν, και τη μέρα μας απόφευγαν. Έτσι και τον Χριστό. Τη νύχτα ερχόντουσαν και την ημέρα απόστρεφαν τα πρόσωπά τους. Σκέφτηκα: «να, εγώ, η ταπεινότερη, και με το φως της μέρας οι άνθρωποι ντρέπονται για μένα. Αλλά και Εκείνον, τον πιο Εξυψωμένο Προφήτη, τον αποφεύγουν τη μέρα. Έτσι, το κατώτατο και το υψηλότατο αποφεύγονται το ίδιο».
Κι έτσι αποφάσισα να τον βρω την ημέρα και ν’ απλώσω το χέρι μου σ’ Εκείνον. Φόρεσα το καλύτερο ρούχο μου και το περιδέραιο από τη Σμύρνη κι αρωμάτισα τα μαλλιά μου. Κι έτσι πήγα για να πω στους ανθρώπους: «Εδώ, στο φως της μέρας, συναντιέται το κατώτατο και το υψηλότατο – που εσείς αποφεύγετε το ίδιο».
Κι όταν τον είδα καθισμένο ανάμεσα στους ψαράδες και ντυμένο μ’ ένα τρίχινο ρούχο, έμεινα στην απέναντι πλευρά και δεν μπορούσα να πλησιάσω. Ανάμεσά μας περνούσαν οι άνθρωποι και μας απόφευγαν το ίδιο.
Έτσι η ζωή μου αποφασίστηκε, γιατί Εκείνος είπε στον πιο αγαπημένο Του μαθητή:
«Πάρε αυτή τη φούχτα σκόνης και πήγαινέ τη στη γυναίκα αυτή για να την ανταλλάξει με το περιδέραιό της. Αληθινά, σ’ αυτές τις στάχτες βρίσκεται περισσότερη ζωή απ’ ότι στα πετράδια της· γιατί από στάχτες μπορώ να φτιάξω πετράδια, αλλά από πετράδια μόνο σκόνη».
Τα υπόλοιπα τα ξέρετε. Δε με καταδίκασε. Μονάχα που ζύγισε τις αλυσίδες μου και οι αλυσίδες της ντροπής έπεσαν κι έγιναν σκόνη.

 

Φύλλα από τον Κήπο του Μορύα, Βιβλίο 2ο, Φώτιση, Τόμος α΄

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *