To βιβλίο δεν ειναι πια αυτό που ήταν

Λέγεται ότι ο Έρασμος γουργούρισε από χαρά κι ευγνωμοσύνη, όταν σε έναν μουσκεμένο δρόμο μάζεψε από κάτω ένα απόσπασμα τυπωμένου κειμένου, γράφει ο George Stiner στο σύντομο δοκίμιό του «Η σιωπή των βιβλίων»… Πράγματι, δεν βρίσκεται πολύ μακριά εκείνη η εποχή όπου η αγάπη για τη γνώση και η ανακάλυψη της τυπογραφίας, που έκανε το βιβλίο κτήμα του λαού, στερέωσαν στη συλλογική συνείδηση μια νέα πνευματική κατάσταση. Το βιβλίο έγινε σημείο αναφοράς της συλλογικής γλώσσας, επιτρέποντας να ανθίσει η σκέψη, το αίσθημα, η φαντασία, η ψυχοπνευματική καλλιέργεια, το ενδιαφέρον για τις νέες ιδέες του Διαφωτισμού• και μάλιστα ανέλαβε να παίξει τον ρόλο ενός κοινού τόπου, όπου πάνω του εγγραφόταν η ίδια η μοίρα των ανθρώπων.

Εντούτοις, η αξία των βιβλίων έχει αμφισβητηθεί κατά καιρούς από πολλούς. Κάποιοι αντιδιαστέλουν αυστηρά τον «κατασκευασμένο» κόσμο της γραφής με τον «αληθινό» κόσμο της απλής ζωής. Άλλοι κατηγορούν το ρομαντικό μυθιστόρημα ως υπεύθυνο για τις εξιδανικεύσεις και τα τραύματα του συλλογικού ψυχισμού μας. Και κάποιοι άλλοι αρνούνται ότι από την καλλιέργεια των βαθύτερων συναισθημάτων που προκαλεί η ανάγνωση, μπορεί να προκύψει ο επαναστάτης, ο ευαίσθητος πολιτικός, ο κοινωνικός αναμορφωτής, ο ακτιβιστής υπέρ του περιβάλλοντος.

Στις αρχές του 20ού αιώνα, οι Ρώσοι φουτουριστές και λενινιστές ποιητές είχαν ζητήσει να καούν όλες οι βιβλιοθήκες, για να πνεύσει ο νέος άνεμος που θα ελευθέρωνε τη χώρα από το βάρος της κατεστημένης σκέψης (αφού, ως γνωστόν, το νέο κρασί δεν μπαίνει σε παλιούς ασκούς). Στον 21ο αιώνα, τα πράγματα πήραν μια κατεύθυνση που κανείς δεν περίμενε: Οι σύγχρονοι ψυχαναλυτές έχουν πλέον την τάση να θεωρούν την πράξη της συστηματικής ανάγνωσης των βιβλιόφιλων ως σύμβολο απομόνωσης και αντικοινωνικής συμπεριφοράς! Και στα αμερικανικά Πανεπιστήμια το μάθημα της Λογοτεχνίας έχει σχεδόν εξοβελιστεί για άλλα πιο «πρακτικά» μαθήματα, όπως οι υπολογιστές και το marketing.

Το βιβλίο δεν είναι πια αυτό που ήταν. H αντικατάσταση της τυπωμένης σελίδας με την οθόνη του υπολογιστή, το αχανές Διαδίκτυο και τα ηλεκτρονικά μέσα χτίζει, άραγε, σιγά-σιγά μια νέα πραγματικότητα που προεικονίζει και την ολοκληρωτική εξαφάνισή του;

Η πρόσφατη είδηση για την κατάσχεση και πολτοποίηση του αποθέματος βιβλίων γνωστού αθηναϊκού εκδοτικού οίκου, λόγω χρεών στις Τράπεζες, έφερε στην επιφάνεια το θέμα αυτό με πολύ έντονο τρόπο. Γνωστοί συγγραφείς και ποιητές έκαναν δημοσιεύσεις εκφράζοντας την αγανάκτησή τους, θεωρώντας ότι ένα «πολιτισμικό προϊόν» θα έπρεπε να έχει καλύτερη τύχη ή, τουλάχιστον, οργανωμένη προστασία από το ίδιο το Υπουργείο Πολιτισμού.

Πολτοποίηση! Δηλαδή, εξαφάνιση! Το περιστατικό μού έφερε στο νου τη θαυμάσια αγγλική ταινία «Φαρενάιτ 415» (σε σκηνοθεσία Φρανσουά Τριφό, 1966), μεταφορά από το αντίστοιχο μυθιστόρημα του Αμερικανού συγγραφέα Ρέι Μπράντμπερι. Το έργο του Μπράντμπερι αναφέρεται σε μια δυστοπική εποχή, όπου τα βιβλία είναι απαγορευμένα και ρίχνονται στην πυρά, για να μη μεταφέρουν «επικίνδυνες» ιδέες εναντίον του συστήματος.

Εκδομένο την περίοδο του μακαρθισμού, το μυθιστόρημα είχε ταξινομηθεί στην κατηγορία της επιστημονικής φαντασίας, αλλά αν το δούμε με σημερινό κριτήριο, αντιλαμβανόμαστε ότι αποτέλεσε μια προφητεία που αφηγείται την απαξίωση της πνευματικότητας στον σύγχρονο κόσμο και την αντικατάστασή της από την υλιστική θεώρηση και τη μαζική υποκουλτούρα.

Το συγκεκριμένο γεγονός της πολτοποίησης βιβλίων είναι μια πράξη πολύ ενδεικτική για το πολιτιστικό κλίμα στη χώρα μας. Στον εν λόγω εκδοτικό οίκο είχαν εκδοθεί ορισμένα καλά βιβλία Ελλήνων συγγραφέων και αξιόλογες μεταφράσεις ξένων έργων (Mallarme, Villon, Trakl, Rimbaud, Μiloz, Προβηγκιανοί Τροβαδούροι, Κινέζοι ποιητές κ.λπ.). Υπήρχε, δηλαδή, μια μαγιά λογοτεχνικού υλικού που θα άξιζε να προστατευτεί από τη λαίλαπα των οικονομικών διευθετήσεων μετά την κατάσχεση.

Εντούτοις, η ιστορία αυτή αισθάνομαι ότι βάζει στο τραπέζι μια μεγάλη συζήτηση: Αξίζει κάθε βιβλίο να ονομάζεται πολιτισμικό προϊόν, ώστε να δικαιούται τη διάσωσή του; Και από τι εξαρτάται η αξία του; Είναι «πνευματικό έργο» η υποκουλτούρα που κατακλύζει πλέον τις μέρες μας ή τα πονήματα των συγγραφέων που υποδύονται τους συγγραφείς διεκδικώντας έναν ρόλο; Διότι, καθώς πολλοί –δημόσια ή ιδιωτικά– συνομολογούμε, υπάρχουν σωροί εκδομένων σκουπιδιών, βιβλία που «παριστάνουν» τα βιβλία, τα οποία συχνά κάποιοι ξεφορτώνονται σε δημόσιους κάδους.

Ίσως (λέω, ίσως) η κατακραυγή για την πολτοποίηση θα έπρεπε να αφορά μόνο στα έργα που είναι «αληθινά έργα». Και το γράφω αυτό όχι για να δαιμονοποιήσω τα «μη ποιοτικά» ή τα «κάτω του μετρίου» βιβλία (γιατί κι αυτά προφανώς εξυπηρετούν την ψυχική ανάγκη του συγγραφέα τους), ούτε από μια ελιτιστική θεώρηση (που θα καταργούσε το δικαίωμα του καθενός στην έκφραση), αλλά λόγω υπερβολικού σεβασμού προς την ίδια την υπόθεση της γραφής.

Στο βιβλίο «Φαρενάιτ 415», ο Μπράντμπερι έχει ως ήρωες «ανθρώπους-βιβλία», δηλαδή παθιασμένους βιβλιόφιλους που αποστηθίζουν κλασσικά μυθιστορήματα για να τα διασώσουν από τη λήθη. Σήμερα ζούμε στον πολιτισμό της απάθειας, όπου η τηλεόραση με τις κατασκευασμένες πληροφορίες δημιουργεί υποχείρια του συστήματος, υποκαθιστώντας έτσι την ελεύθερη σκέψη, την αναγνωστική εμπειρία, τη φαντασία, την τάση για πνευματική καλλιέργεια, την εσωτερική κίνηση.

Τελικά, τα βιβλία μάλλον δεν κινδυνεύουν τόσο από την πολτοποίηση όσο από το δικό μας έλλειμμα ζωτικού ενδιαφέροντας για την αληθινή ζωή και την ανθρώπινη υπόθεση.

Κάπα Λάμδα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *