Του δρόμου το παιδί

Ο Γιώργος Κάβουρας, δεξιοτέχνης σαντουρίστας και δημοφιλής τραγουδιστής της προπολεμικής περιόδου, ιδιαίτερα στον Πειραιά και τις γύρω συνοικίες, πέθανε μες στην κατοχή το 1943. Εκείνο τον καιρό οι άνθρωποι κρατιόνταν πολύ απ’ το τραγούδι, καθώς ήταν σχεδόν ο μόνος τρόπος με τον οποίο έκφραζε τα βάσανά του. Έκλαψε, λοιπόν, πολύ τον Κάβουρα. Ο Μάρκος Βαμβακάρης τού έγραψε και τραγούδι:

Πού ‘σαι καημένε Κάβουρα να γλυκοτραγουδήσεις
να πεις τραγούδια όμορφα να μας ευχαριστήσεις
ο Πειραιάς κι η Κοκκινιά, Καμίνια κι Ελευσίνα
κλάψανε σαν το μάθανε πως σ’ έβαλαν στο μνήμα

Φαίνεται πως τόσο από τη φτώχεια όσο κι απ’ την προσφυγιά του ’22, υπήρχαν σ’ αυτές τις συνοικίες αρκετά παιδιά του δρόμου. Η πίκρα και το παράπονο μιας τέτοιας ζωής εκφράζονται σ’ αυτό το τραγούδι του Βαγγέλη Παπάζογλου:

Είμαι του δρόμου το παιδί το παραπονεμένο
και σαν σκυλάκι κάθομαι στους πάγκους το καημένο

Το κρύο έχω πίκρα μου η ζέστη είν’ η χαρά μου
του καθενός το θέλημα είν’ η παρηγοριά μου

Η πείνα δεν με φόβισε ορφάνια δεν θυμούμαι
βρέθηκα έτσι στο ντουνιά και δεν παραπονούμαι

Κι αν αποθάνω και βρεθεί κανένας και με θάψει
είμαι του δρόμου το παιδί κι εκείνος ας με κλάψει

Βλέπουμε πως το τραγούδι ξεκινάει με μια τραγικότητα που απειλεί να σκεπάσει τα πάντα. Αίφνης, όμως, στην τρίτη στροφή, η ανθρώπινη ύπαρξη που δεν έχει πού την κεφαλή κλίνη εκρήγνυται και μεταρσιώνει τη μοίρα σε λεβεντιά που περιφρονεί τη μιζέρια και, τελικά, τον ίδιο τον θάνατο: αν βρεθεί κανένας και με θάψει… Γιατί μπορεί και να μη βρεθεί: σαν αποθάνω μάγκες μου έρχεται αστυνομία/με κάρο σκουπιδιάρικο και κάνει την κηδεία, λέει ο «πρεζάκιας» του Γιοβάν Τσαούς.

Λιτά είναι τα λόγια της υπέρβασης, τα οποία καταλήγουν σε έναν ύμνο προς την ελευθερία:

Η πείνα δεν με φόβισε
ορφάνια δεν θυμούμαι
βρέθηκα έτσι στο ντουνιά
και δεν παραπονούμαι!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *