Περιουσιακά ζητήματα που ανακύπτουν μετά το χωρισμό ζευγαριού

Υπάρχουν ζευγάρια που έχουν συνάψει μεταξύ τους γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης αλλά και ζευγάρια ετερόφυλα ή ομόφυλα που ζουν μαζί ως σύντροφοι. Οι συμβιούντες συχνά αποκτούν κατά τη διάρκεια της κοινής τους ζωής περιουσιακά στοιχεία.

Εάν έχουμε ένα ζευγάρι που έχει συνάψει γάμο (θρησκευτικό ή πολιτικό) ή έχει υπογράψει σύμφωνο συμβίωσης και αποκτά κατά τη διάρκεια του γάμου / της ισχύος του συμφώνου περιουσιακά στοιχεία, ποια είναι η τύχη αυτών των αποκτημάτων αν κάποια στιγμή ο γάμος καταλήξει σε διάσταση, διαζύγιο ή το σύμφωνο λυθεί;

Αυτή είναι μια περίπτωση όπου όλοι λίγο-πολύ γνωρίζουμε τι συμβαίνει, καθώς σύμφωνα με το άρθρο 1400 ΑΚ: «Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή».

Το πόσο μεγάλη είναι η συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του ενός ή και των δύο συζύγων δεν είναι συνάρτηση μόνο των οικονομικών μέσων που ο καθένας προσέφερε για την επαύξηση αυτή, καθώς συνυπολογίζεται και η συνεισφορά που υπάρχει λόγω της υποστήριξης του άλλου συζύγου με παροχή στέγης, κοινωνικού περίγυρου, συμβουλές, αγάπη, φροντίδες στα της καθημερινότητας, στην ανατροφή των παιδιών, υπηρεσίες προς τους υπερήλικες γονείς κι ούτω καθεξής. Επομένως όλα αυτά συνυπολογίζονται στη συμβολή του καθενός, η οποία μπορεί να ανέρχεται και στο 100% ή να μηδενίζεται αναλόγως.

Σημειωτέον ότι όταν μιλάμε για αποκτήματα, εννοούμε μόνο αυτά που αποκτήθηκαν από την εργασία των δύο μερών και όχι από άλλες αιτίες, π.χ. δωρεά, γονική παροχή, κληρονομιά, λαχείο, εκμετάλλευση προ-υπαρχόντων ακινήτων κ.λπ. Επίσης, όλα αυτά θα πρέπει να αναζητηθούν σε προθεσμία έως 2 χρόνια από τη λύση του γάμου ή του συμφώνου.

Επιπλέον, υπάρχουν και περιπτώσεις ζευγαριών (ετερόφυλων ή ομόφυλων), που για τους δικούς τους λόγους δεν προχωρούν σε σύναψη συμφώνου συμβίωσης και πολύ περισσότερο γάμου, ωστόσο περνούν πολλά χρόνια μαζί (κάποιες φορές ζουν ο ένας δίπλα στον άλλο για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, ώστε θα λέγαμε ότι περνούν μαζί «μια ολόκληρη ζωή»). Στη διάρκεια της κοινής τους ζωής, είναι λογικό να υπάρξουν αλλαγές στην περιουσιακή κατάσταση αμφότερων ή του ενός εκ των δύο, και στα πλαίσια της εμπιστοσύνης, της εκτίμησης και της μεταξύ τους αγάπης είναι πιθανόν ο ένας να συμβάλλει στην αύξηση της περιουσίας του άλλου.

Τι συμβαίνει, όμως, αν υπάρξει ρήξη μεταξύ των προσώπων και η ελεύθερη ένωση τερματιστεί; Είναι δυνατόν να έχουν οι πρώην σύντροφοι αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα;

Υπάρχουν δύο απόψεις, τόσο στη θεωρία όσο και στη νομολογία. Η πρώτη άποψη κάνει λόγο για αναλογική εφαρμογή του άρθρου 1400 ΑΚ (που ισχύει για όσους έχουν τελέσει ένα είδος γάμου) και στην περίπτωση της ελεύθερης ένωσης.

Η δεύτερη, ωστόσο, άποψη, υποστηρίζει πως το ορθό είναι να εφαρμοστεί το άρθρο 6 του Ν.4356/2015. Το εν λόγω άρθρο αναφέρει: «Στην περίπτωση ελεύθερης συμβίωσης χωρίς σύμφωνο, η τύχη των περιουσιακών στοιχείων που έχουν αποκτηθεί μετά την έναρξη της συμβίωσης (αποκτήματα) κρίνεται κατά τις γενικές διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και σε εκκρεμείς δίκες».

Και ο Άρειος Πάγος ενστερνίζεται τη δεύτερη άποψη, αφού με την υπ’ αριθμ. 1751/2014 απόφαση έκρινε ότι «… Στην περίπτωση, εξάλλου, που κατά τη διάρκεια της ελεύθερης συμβίωσης υπήρξε βελτίωση της περιουσίας (πλουτισμός) του ενός των προσώπων, που συζούν, από την περιουσία του ετέρου εξ αυτών, η οποία βελτίωση (πλουτισμός) έλαβε χώραν είτε με την προοπτική κάποιου μελλοντικού γάμου, είτε στο πλαίσια της “κοινωνίας βίου”, και στη συνέχεια η ελεύθερη συμβίωση λύθηκε, τότε εκλείπει η θεμελιώδης αιτία, χάριν της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση, και συνεπώς μπορεί να αναζητηθεί ο πλουτισμός κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις».

Επομένως, μπορεί να αναζητηθεί η απόδοση μέρους της περιουσίας που από κοινού αποκτήθηκε μεταξύ των συμβιούντων άνευ γάμου με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και σε βάθος 20ετίας, αλλά υπό την προϋπόθεση ότι ο πλουτισμός σώζεται έως σήμερα, δηλαδή, ότι υπάρχουν τα περιουσιακά στοιχεία κινητά ή ακίνητα έως σήμερα. Στην περίπτωση αυτή, και μέχρι την εκδίκαση και τελεσιδικία της υπόθεσης, μπορεί με ασφαλιστικά μέτρα να εξασφαλιστεί ότι δεν θα εκποιηθούν ή εξαφανιστούν αυτά τα αποκτήματα έως την κατανομή τους από το δικαστήριο, το οποίο μπορεί να διατάζει είτε την απόδοση πραγμάτων είτε μετρητών σε αναλογία.

Επομένως, για να συνοψίσουμε και να απλουστεύσουμε τα παραπάνω, στην περίπτωση που δεν μπορούμε να αναζητήσουμε την αποζημίωση που αντιστοιχεί στη συμβολή μας στα αποκτήματα του άλλου με τις διατάξεις που ισχύουν για συζύγους, χρησιμοποιούμε άλλου τύπου διατάξεις, αυτές που αναφέρονται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, με τη βοήθεια των οποίων ακόμα και μετά 20 σχεδόν χρόνια τα διεκδικούμε (αν, εν τω μεταξύ, δεν τα έχει αναλώσει!!) και αφού ασκήσουμε τη σχετική αγωγή, μπορούμε να καταθέσουμε και ασφαλιστικά μέτρα συντηρητικής κατάσχεσης αυτών, ώστε έως το τέλος της δίκης να μην μπορεί να τα πουλήσει ή τα χαρίσει.

Άνθια Κορέλα
Δικηγόρος στην Άρειο Πάγο
akorela.lawffirm@gmail.com

Πίνακας από τον W. Max Thomason.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *