Η Πύλη – Μέρος Β΄: Νυχτερινές μεταμορφώσεις

← Μέρος Α’

Aλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τί ‘δες·
Nύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!

Διονύσιος Σολωμός

Μα τη νύχτα που υφαίνει τα ξόρκια της, μα τους ίσκιους του δειλινού και τους ανάερους στεναγμούς του λυκόφωτος, μα το λειρί του κορυδαλλού και το πέταγμα του πετροκότσυφα· μα τον πύρινο χορό της σαλαμάνδρας, τον βόμβο της αγριομέλισσας και την άμμο της ερήμου, μα τη γεμάτη προσμονή σιωπή της αυγής, πριν το παράθυρο ανοίξει στον ουρανό και ο Φαέθων αγκαλιάσει τον κόσμο· μα το λαγγεμένο πέρασμα της αύρας πάνω από την αθωότητα της χλόης, μα το μάτι που πίσω από τα σύννεφα μετράει τα πάντα και μα το μάγμα που συστρέφεται βογκώντας στα έγκατα της Γης, κανείς δεν είδε ξανά, τίμιε αναγνώστη, τέτοια νύχτα αλλόκοσμη, τη νύχτα αυτή που ξανάδινε στον κόσμο τελείως πια αλλαγμένους τους δύο ερημίτες, οι οποίοι πορεύονταν τώρα σκυφτοί και αμίλητοι, μετά από μια μέρα που πέρασε από πάνω τους σαν αιωνιότητα, σαν να είχε η ζωή τους ολόκληρη κυλήσει σ’ αυτό το βουνό, μπροστά από μια έρημη πύλη – ναι, μα τη φωνή του υιού του Ανθρώπου, που βοά και τραντάζει αυτό τον κόσμο τον βυθισμένο σε νάρκη!

Ποιος αλήθεια δεν θα αισθανόταν συνεπαρμένος με τα μάγια της νύχτας αυτής, όταν τα άστρα, που άναψαν μονομιάς ως να αποκάλυπταν αίφνης το σώμα του κρυμμένου Θεού, φάνηκαν να τραγουδούν άσμα θεσπέσιο και οι κόσμοι να λικνίζονται σε κυκλοτερή χορό, και ο ουρανός να έρχεται κατά πάνω στους δυο οδοιπόρους, καθώς μια στροφή του μονοπατιού ανάμεσα στα έλατα και τις αγριελιές τούς έβγαλε ξαφνικά σε ξάγναντο ακάλυπτο απ’ όλες τις μεριές, και βρέθηκαν αυτοί μόνοι από τη μια και το στερέωμα από την άλλη;

Ήταν η στιγμή που όλα άρχισαν να γίνονται ρευστά και να κολυμπούν στο μεγάλο Αχανές μ’ έναν στροβιλισμό που δυνάμωνε, όταν ο νεαρός άνδρας αναστέναξε βαθιά, καθώς υπό την επήρεια μιας μη ελεγχόμενης ζάλης τον κατέλαβε η αίσθηση ότι ο κόσμος τελείωνε και πως ως εδώ ήταν, ό,τι υπήρχε άδειαζε πλέον από την υλική του υπόσταση και επέστρεφε στην Πηγή. Αμέσως μετά αισθάνθηκε τον Μέγα Διάκοσμο να τον αρπάζει στο κέντρο του και ο κόσμος να γίνεται το σώμα του. Μέσα σε μια αστραπή διαύγειας, συνειδητοποίησε πως ο ίλιγγος που τον απειλούσε διηθιζόταν από μια παρουσία που τον κρατούσε αγκαλιά, η οποία έκανε τα πάντα γαλήνια και στην οποία έκπληκτος αναγνώρισε τον Γέροντα. «Αυτό», πρόλαβε να σκεφτεί σε ένα εκατομμυριοστό του δευτερολέπτου, «αυτό πρέπει να είναι η Ύπαρξη», και ύστερα βρέθηκε ξανά πίσω, φυλακισμένος στο σώμα του, απελπιστικά γήινος και στέρεος. Ο ουρανός είχε ξαναγίνει συνηθισμένος και τα άστρα μακρινά και αδιάφορα.

Του πήρε κάποια δεύτερα, μέχρι να συνειδητοποιήσει ότι ήταν καθισμένος κάτω κι ότι ήταν ήρεμος. Παίρνοντας βαθιά αναπνοή σηκώθηκε αναζητώντας τον Γέροντα, όμως εκεί τον περίμενε άλλη έκπληξη, καθώς τα ράσα είχαν εξαφανιστεί και ένας ευθυτενής άνδρας, με αραιά λευκά μαλλιά και γένια, με ρούχα απλά και συνηθισμένα, στεκόταν δίπλα του γαλήνιος και με μια αύρα γύρω απ’ το πρόσωπό του, που έδειχνε να κουβαλάει όλη την ιστορία του κόσμου τρυφερά αφομοιωμένη και αναστρέφουσα διαρκώς προς τον κόσμο και τον άνθρωπο, με μια ροή κυμάτων που περιδινούνταν σε μια πανδαισία παλμών ζεστασιάς και αγάπης.

«Έτσι πρέπει να είναι η ευλογία!», είπε μες στο μυαλό του. Κι έμεινε έκπληκτος, διότι ποτέ πριν στη ζωή του δεν είχε χρησιμοποιήσει αυτή τη λέξη.
– «Γέροντα», είπε σαστισμένος, «τι συνέβη;» «Και πού είναι τα ράσα σου;»
– «Τα ράσα; Ποια ράσα;». Φαινόταν αφηρημένος. «Α ναι, τα κρέμασα σε κάποιο κλαρί, να τα βρει κανένας που τα ‘χει ανάγκη». Και καθώς ο άλλος τον κοιτούσε με απορία: «Δεν χρειάζεται άλλο να κερδίζω τον σεβασμό και την εμπιστοσύνη σου με τέτοιο τρόπο, γίναμε φίλοι πια, έτσι δεν είναι;» ρώτησε, χτυπώντας τον φιλικά στην πλάτη.
– «Δεν είσαι, λοιπόν, μοναχός!»
– «Μοναχός; Όχι, βρε αδελφέ», είπε χαλαρά ο ηλικιωμένος. «Τα ράσα δεν κάνουν τον παπά, ε;» Μα ο άλλος βρισκόταν σε σύγχυση.
– «Εντάξει, βρίσκεσαι σε μια κρίση στη ζωή σου κι είχες ανάγκη από βοήθεια, κάπως έπρεπε να ‘μαι κοντά σου αυτές τις ώρες, με κάποιο τρόπο που να σ’ ανακουφίζει». Τώρα το ύφος του ήταν πιο σοβαρό.
– «Μα γιατί; Ποιος είσαι, επιτέλους, και γιατί ενδιαφέρεσαι για μένα;» ξέσπασε ο άλλος, που τώρα είχε γίνει νευρικός. Πέρασαν κάποια κρίσιμα δευτερόλεπτα σιωπής.
– «Είμαι, απλά, ένας φίλος» ακούστηκε τέλος η φωνή του Γέροντα. «Δεν είναι ανάγκη να βιάζεσαι… Θα μάθεις ό,τι χρειάζεσαι, θα ξεδιπλωθούν όλα σιγά-σιγά, έχε εμπιστοσύνη».

Αυτά τα λόγια καθησύχασαν κάπως τον άνδρα, ο οποίος επέτρεψε στον εαυτό του να ξαναπιάσει το νήμα των σκέψεών του από κει που το είχε αφήσει. Όμως, επρόκειτο για σκέψεις ανήσυχες, μπερδεμένες και αγχωτικές.

Όσο κι αν προσπαθούσε να τις βάλει σε τάξη ξέφευγαν, συγκρούονταν μεταξύ τους, υποχωρούσαν στο βάθος του μυαλού του και ξανάρχονταν με δύναμη· μνήμες αναδύονταν και προσπαθούσε να τις συγκολλήσει για ν’ ανοίξει δρόμο προς κάποιο συμπέρασμα, αλλά η προσπάθεια κατέληγε πάντα σε χάος. Καταρχάς, αποφάσισε ν’ αφήσει στην άκρη τα θέματα του ναρκισσισμού και των τάσεων υπεροχής, γιατί του φαινόταν κατά κάποιο τρόπο ευκολότερο να τα επεξεργαστεί. Αισθανόταν ότι το δύσκολο, αυτό που παρήγαγε τα περισσότερα εμπόδια για την ταπεινότητα, ήταν το θέμα της αυτολύπησης.

Σ’ αυτό είχε λοιπόν εμπλακεί ξεχνώντας τόπο και χρόνο, και ακόμα, ως ένα βαθμό, και την παρέα του Γέροντα. Πλησίαζε επικίνδυνα στο σημείο κόπωσης, όταν αισθάνθηκε ότι θα ήταν καλύτερα να δει με διαύγεια πώς διάβαζε τη ζωή του, το πώς η ανάγνωση που είχε κυριαρχήσει στη συνείδησή του σχετιζόταν με την αυτολύπηση. Πήρε λοιπόν τα πράγματα από την αρχή, αλλά με το συμπέρασμα δεδομένο δεν ήταν δυνατόν παρά να καταλήξει στο δεδομένο συμπέρασμα… Αράδιαζε ένα-ένα τα γεγονότα της παιδικής του ηλικίας στη νοητική του οθόνη, τα κοίταζε από δω, τα κοίταζε από κει, αλλά το συμπέρασμα ήταν πάντα ότι η οδύνη εκείνων των χρόνων δεν μπορούσε παρά να οδηγήσει στην αυτολύπηση…

Έτσι κυλούσε η νυχτερινή κατάβαση προς τον κόσμο, όταν ακούστηκε απρόσμενα η φωνή του διπλανού του:
– Ναι, αλλά το καλοκαίρι στη Χαλκιδική;
Γκλουπ! Πώς μπορούσε να έχει ξεχάσει ένα τόσο ευτυχισμένο καλοκαίρι στη θάλασσα στα δώδεκά του; Κοίταξε δεξιά του, αλλά οι εκπλήξεις τον παραμόνευαν η μια μετά την άλλη δίχως το παραμικρό έλεος. Ο Γέροντας φαινόταν τώρα περίπου ένα κεφάλι ψηλότερος απ’ αυτόν, ευθυτενής, εύρωστος και ευδιάθετος. Προφανώς, ο φίλος μας, μες στα βάσανά του, δεν είχε προσέξει το ύψος του αυτόκλητου οδηγού του στην Πύλη…

Όπως και να είχε, το μόνο που συνέδεε πια τον άντρα δίπλα του μ’ εκείνον τον γέρο μοναχό που είχε εμφανιστεί ξαφνικά από το πουθενά, ήταν η οικειότητα που είχε εγκατασταθεί μεταξύ τους και η ζεστή ασφάλεια που ο αναζητητής της δύστροπης εκείνης Πύλης –άλλο ένα πράγμα που κανείς δεν μπορούσε να βεβαιώσει την ύπαρξή του– αισθανόταν στην παρουσία του.

– «Και το χαρτζιλίκι που έστελνε η μαμά στην κυρα-Ειρήνη;» Ξανακούστηκε η φωνή του Γέροντα.
Πώς; Μα βέβαια! Αυτό ήταν ό,τι τον έσωζε στην εφηβεία του από τη ντροπή να δανείζεται συνεχώς από τους φίλους του…
– «Εντάξει, ήσουν ένα εγκαταλειμμένο παιδί, αλλά η ελευθερία να κάνεις ό,τι θέλεις επειδή δεν νοιαζόταν κανείς πού είσαι, ενώ οι φίλοι σου γυρνούσαν σπίτι κι έπρεπε να φάνε και να αρχίσουν το διάβασμα; Εσύ ο τυχερός (αταίριαστη λέξη τώρα αυτή, διαμαρτυρήθηκε από μέσα του ο φίλος μας φουρκισμένος) πήγαινες κατευθείαν για μπίλιες, ε;».
Ναι, κι αυτό αλήθεια ήταν, έτρεχε αμέσως μετά το σχολείο εκεί που κάποια παιδιά της γειτονιάς έπαιζαν πάντα εκείνη την ώρα το παιγνίδι που του άρεσε, και δεν υπήρχε κανένας να τον ελέγξει ή να τον εμποδίσει… Ο Γέροντας αράδιασε ακόμα τέσσερα-πέντε πράγματα:
– Και το ποδήλατο στα 10 σου, με το οποίο πήγαινες στη συμμαθήτριά σου την Ιωάννα και φιλιόσουν με την ξαδέλφη της την Κατερίνα που είχε έρθει από την Αθήνα, κι έμενες εκεί ώρες ολόκληρες, επειδή πάλι δεν σε έψαχνε κανένας και κανένας δεν ρωτούσε αν γύρισες απ’ το σχολείο ή αν έφαγες; Με το οποίο γύρναγες όλα τα χωριά, όταν κανένας άλλος συμμαθητής σου δεν είχε ποδήλατο; Και η κατασκήνωση στη Ζωοδόχο Πηγή και στην Αρμακιά, στο δάσος με τις καστανιές; Και το καλοκαίρι στο Δερβένι; Και η Λεπτοκαρυά, όπου πρωτόδες θάλασσα, και η Παραλία της Κατερίνης;

Διάολε! Πού ήταν καταχωνιασμένα όλα αυτά; Γιατί δεν εμφανίζονταν στην οθόνη όταν έκανε κλικ στις παιδικές αναμνήσεις; Χωρίς αυτά, τα παιδικά χρόνια ήταν μια ταινία της συμφοράς, όμως –κόλλησε άσχημα σ’ αυτή τη σκέψη–, ποιος ήταν ο λόγος που τα ξεχνούσε;
– «Η μνήμη είναι βέβαια επιλεκτική», ακούστηκε πάλι η φωνή από δίπλα, «η δυστυχία αφήνει πιο δυνατά εντυπώματα από τη χαρά, αλλά…».
– «Αλλά;» ρώτησε μες στο νου του.
– «Αλλά γινόσουν και λίγο Άμλετ όταν άρχισαν τα φλερτ, και χρησιμοποιούσες λιγουλάκι τη μελαγχολία, έτσι δεν είναι;»
Πράγματι, θυμήθηκε πόσο ευάλωτα γίνονταν τα κορίτσια όταν εξιστορούσε την παιδική του ηλικία.
– «Βέβαια, εντάξει, υπήρχαν πολύ θλιβερές καταστάσεις, αλλά δεν ήταν μόνον αυτές…», συνέχισε ο Γέροντας.
– «Ναι, αλλά είχαν διάρκεια και βάραιναν πολύ περισσότερο», απάντησε πάλι γεμάτος παράπονο μες στο νου του, αρνούμενος να παραιτηθεί τόσο εύκολα από τα πρωτεία της δυστυχίας.
– «Όλοι οι άνθρωποι περνούν συμφορές», ξανακούστηκε η φωνή του συντρόφου του, «αλλά αυτό δεν είναι λόγος να γράφουμε το σενάριο της ζωής μας αποκλειστικά μ’ αυτές… Θέλω να πω… είναι και λίγο θέμα επιλογής, δεν είναι;»
«Υπήρξες ένα εγκαταλειμμένο παιδί, πάει και τελείωσε», τσίριξε η εσωτερική αντιπολίτευση στο μυαλό του φίλου μας, «κανένας εξυπνάκιας δεν μπορεί να στο πάρει αυτό! Είναι εύκολο να ξυπνάς και να βρίσκεις πρωινό και χαρτζιλίκι για κουλούρι στο σχολείο, τι γίνεται όταν δεν έχεις τίποτα από αυτά; Είναι ωραία να έχεις μια μαμά να σε διαβάζει, τι γίνεται όταν είναι 500 χιλιόμετρα μακριά;»
Α όχι, κουβαλούσε περήφανα την παιδική του μελαγχολία και δεν θα την παρέδινε αμαχητί. Δεν είχε καμιά σχέση αυτός με τα βουτυρόπαιδα που τα ‘βρισκαν όλα έτοιμα.
– «Έλα τώρα», είπε καλοκάγαθα ο Γέροντας, «τι γοητευτικό βρίσκεις σ’ αυτή την επηρμένη θλίψη;» Ναι, αυτές ήταν οι λέξεις που χρησιμοποίησε ο γεροπαράξενος, μα την αρκούδα του Βιτσίου, που οι χωριάτες έλεγαν ότι έφαγε κάμποσους σκοτωμένους αντάρτες στον εμφύλιο, και μα την κουκουβάγια της νύχτας, που το στριγκό της κρώξιμο είναι ο τελευταίος ήχος που ακούει το προγραμμένο τρωκτικό τρέχοντας να σωθεί από το θλιβερό του πεπρωμένο. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, πρόσθεσε:
– «Το μοντάζ σου δεν θυμίζει λίγο ελληνική ταινία, απ’ αυτές που πάντα κορόιδευες;»
Αυτό ακούστηκε σαν η χαριστική βολή, όμως το μόνο που κατάφερε ήταν να μουλαρώσει τον φίλο μας, ο οποίος τυλίχτηκε ακόμα πιο πολύ στο κουκούλι του περήφανου ανθρώπου που δεν τον καταλαβαίνει κανείς.

Εν πάση περιπτώσει, έτσι τράβα κορδόνι πήγαινε η αλλόκοτη αυτή συζήτηση, απ’ την οποία οι μικρές αλεπούδες με τις φουντωτές ουρές και τα κουνάβια άκουγαν σαστισμένα μία μόνο φωνή, ώσπου φάνηκαν από μακριά τα φώτα του χωριού στους πρόποδες του βουνού. Ο άντρας διέκρινε το αμάξι του στην αρχή του δρόμου της ανάβασης να τον περιμένει σαν πιστό άλογο. Αυτό του έδωσε μια απρόσμενη χαρά και ένα αίσθημα ασφάλειας. Έβγαιναν από ένα δάσος όπου τα ζωάκια της νύχτας καταλάβαιναν την ανθρώπινη γλώσσα, κι άφηναν πίσω ένα αλλόκοσμο βουνό, αφήνοντας και μια ιστορία που κανείς δεν μπορούσε να αποδείξει… Ο κόσμος άρχιζε σιγά-σιγά να ξαναπαίρνει τη γνωστή του μορφή, κι αυτός αισθανόταν ήδη πολύ καλύτερα.

Ωστόσο, τίποτα δεν είχε ακόμα τελειώσει, τα πράγματα με κανέναν τρόπο δεν ήταν στη θέση τους, όλα εξακολουθούσαν να αιωρούνται αντιφατικά κι αταίριαστα γύρω από το κεφάλι του. Όμως αυτός, ούτε λόγος να γίνεται, είχε πάρει την απόφασή του – ναι, μα τον μεγάλο Τουτάτη, δεν ήταν διατεθειμένος να δεχθεί καμιά τακτοποίηση που θα τον άγχωνε.

Τέλος, στάθηκαν δίπλα στο αυτοκίνητο. Ο νεαρός μίλησε πρώτος.
– «Γέροντα» είπε κοιτώντας προς τα πάνω, «κοίτα, δεν ξέρω πώς να σ’ ευχαριστήσω»… «Μα την πίστη μου, δεν ξέρω τι θα έκανα χωρίς εσένα σ’ αυτήν την, πώς να την πω, …την αλλόκοτη περιπέτεια (είναι αλήθεια πως αυτό το εκφώνησε κάπως μουτρωμένος). «Στην κυριολεξία, δεν ξέρω πού θα βρισκόμουν τώρα και σε τι κατάσταση…». «Θα ήμουν ευτυχής, αν δεχόσουν να σε πάω σπίτι σου κι αν θα μπορούσαμε να ξανασυναντηθούμε…»
Κόμπιαζε, αλλά ο άλλος χαμογελούσε ζεστά με προσήνεια.
– «Αλήθεια, πού μένεις;» ξαναείπε πιο θαρρετά ο νεαρός.
Ο ηλικιωμένος κούνησε το κεφάλι του δεξιά-αριστερά. Ο άλλος δεν ήταν σίγουρος ότι καταλάβαινε.
– «Μένεις στο χωριό;»
Όμως οι παλιοί, που σύστηναν να μην ρωτάς περισσότερα απ’ όσα πρέπει, ήξεραν τι έλεγαν…
– «Παντού και πουθενά», είπε παιγνιδιάρικα ο άγνωστος, σαν να ήθελε να τον δυσκολέψει κι άλλο, με τα χέρια στις τσέπες του εκρού μπουφάν του. Αίφνης, για μια στιγμή, το κεφάλι του βρέθηκε μέσα στην άλω της πανσελήνου, η οποία ανέτελλε εκείνη τη στιγμή πίσω από το σκυθρωπό βουνό. Η όψη του φάνηκε στο νεαρό άντρα μεταρσιωμένη, σαν να γέμιζε τον ουρανό. Άρχισε να ζαλίζεται κι αυτό τον θύμωσε, αποφάσισε λοιπόν να σταματήσει με το ζόρι το όραμα. Με όλα αυτά, είχε μπει πάλι για τα καλά σε μια από εκείνες τις συγχύσεις που έκαναν το κεφάλι του να γυρίζει. Μέσα σ’ ένα μόνο δευτερόλεπτο κατάφερε να πείσει τον εαυτό του ότι ο ηλικιωμένος είχε κατέβει από τον ουρανό αλλά το κεφάλι του έμενε ακόμα εκεί, ότι δεν είχε μόνιμη στέγη και ότι ήταν περιφερόμενος, ένα είδος βοηθού που πρόστρεχε σε όσους είχαν ανάγκη. Όμως διείδε τον κίνδυνο, το μυαλό του παραήταν κουρασμένο για μια συζήτηση από την οποία οι γρίφοι μάλλον θα αυξάνονταν…
– «Λοιπόν, πώς θα μπορούσα να σε ξαναβρώ;» ρώτησε διστακτικά, σαν να παραβίαζε κάποια άγραφη τάξη.
– «Τα πράγματα γίνονται στην ώρα τους, όταν μπορεί να βγει κάποιο νόημα», είπε ο άλλος σιβυλλικά. «Κι ούτε είναι πάντοτε αναγκαία η συνάντηση για την επικοινωνία».
– «Παππούλη», επέμενε ανήσυχα ο άντρας, «έχω τόσα να σε ρωτήσω… σε ποιον να απευθυνθώ… όλα γυρίζουν μέσα μου δίχως σύνδεση…»
– «Να με ρωτάς» είπε ο Γέροντας. «Να με ρωτάς όποτε θέλεις».
– «Μα πώς; Σήμερα μου απαντούσες, ήσουν δίπλα μου, άκουγα τη φωνή σου…»
– «Πάλι θα ακούς τη φωνή μου» είπε ήσυχα ο άλλος, «έστω κι αν δεν με βλέπεις, μη στενοχωριέσαι». «Μα…», συνέχισε τη διαμαρτυρία του ο ηττημένος βουνοκατακτητής, όμως ο Γέροντας είχε έξαφνα σηκώσει το χέρι του:

– «Σε ευλογώ. Ευλογώ τον δρόμο σου, ευλογώ την αναζήτησή σου, ευλογώ την αγάπη σου».

– «Πες μου τουλάχιστον το όνομά σου!» Η φωνή έβγαινε παρακλητική, από τα βάθη της ύπαρξής του. Η ευλογία, τόσο λιτή κι απέριττη, κάτι του είχε κάνει, δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά του. Ένα αεράκι σηκώθηκε και ο άντρας αισθάνθηκε ανατριχίλα ως το μεδούλι των κοκάλων του. Επικρατούσε μια υπερκόσμια σιωπή, λες και τα πάντα γύρω είχαν σταθεί κι αφουγκράζονταν.
– «Με λένε Ιωάννη», είπε ο άγνωστος, την ώρα που ο άντρας σκούπιζε τα δάκρυά του. Μα όταν άνοιξε τα μάτια του, δεν υπήρχε μπροστά του κανείς, πέρα από τη χλωμή πανσέληνο και την αύρα της νύχτας.

Σ.Φ.

Πίνακας από τη Rebecca Vincent.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *