1821

Το νόημα κάθε εξέγερσης είναι ενωμένο με το όνομα της Ελευθερίας. Είτε η εξέγερση λέγεται Γαλλική Επανάσταση είτε λέγεται Ελληνική Επανάσταση του 21 είτε λέγεται Εξέγερση της Ασιατικής Μιανμάρ, εκεί όπου σήμερα χύνεται αίμα για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας. Σε κάθε εξέγερση ζει η Καθολική Ψυχή που μάχεται για την αληθινή Ζωή και την αληθινή Ύπαρξη. Αλλά πού έχουμε φτάσει σήμερα; Να μην τολμάμε πια να μιλήσουμε δημοσίως για τέτοιες υψηλές έννοιες – Ελευθερία, Επανάσταση, Θυσία, είναι -λέει- “βαρύγδουπες”, “φανατικές”, “ξεπερασμένες”, τις ξεστομίζουν μόνο οι εθνικιστές και οι αφελείς. Και αφού η Επανάσταση -λένε- κουβάλαγε τόσα πολλά «σκοτεινά» πάθη, κακώς την έχουμε αγιοποιήσει.

Μα, ρε παιδιά, ατελείς άνθρωποι έκαναν το 21, όχι άγιοι, κάποιοι με πάθη – κακίες, πονηριές, φθόνο, ταπεινούς ανταγωνισμούς, με όλα τα θηρία και την ασχήμια της ανθρώπινης φύσης. Όμως ήταν ΑΥΤΟΙ ακριβώς που θυσίασαν ό,τι είχαν και δεν είχαν, ΑΥΤΟΙ ακριβώς που πήγαν στις μάχες, που βγήκαν στα βουνά, που πείνασαν, δίψασαν, έχυσαν αίμα, που έχασαν χέρια, πόδια και ζωή, για να γίνουν προσάναμμα στη φωτιά της εξέγερσης. Κι αν σε μια φωτιά μαζί με τα κούτσουρα βρίσκεις αγκάθια, κάτι τέτοιο διόλου δεν εμποδίζει τη λάμψη ν’ ανεβαίνει ως επάνω.

Στους καιρούς μας τους ζόρικους, όπου όλοι είμαστε σκλάβοι των περιστάσεων, δούλοι στην ίδια μας τη χώρα εξαιτίας των οικονομικών παιχνιδιών και της παγκόσμιας κρίσης, κλειδωμένοι στα σπίτια για τον φόβο του COVID, δεν μπορώ να μη σκεφτώ το νόημα της ελευθερίας, τη σημασία του 21. Και ντρέπομαι, γιατί εμείς οι καλαμαράδες με τις κοκορομαχίες μας, τις τάχα περγαμηνές μας, τα λαμπρά κείμενά μας και την περίφημη καλλιέργεια, δεν αξίζουμε μία μπροστά σ’ εκείνους τους φτωχούληδες ταπεινούς κι αγράμματους ανθρώπους που μπορεί να είχαν «σκότος» μέσα τους, είχαν όμως και φως, αυτό το ΦΩΣ που λείπει σήμερα από τη χώρα. Γιατί οι Έλληνες είμαστε πια σιωπηλοί και σκυφτοί ενώ εκείνοι ήταν όρθιοι και μαχόμενοι, γιατί εμείς είμαστε παθητικοί κι αμέτοχοι ενώ εκείνοι ήταν μια αναμμένη φωτιά που έκαιγε ως το θάνατο, γιατί εμείς είμαστε βολεμένοι στη ζωούλα μας και το μόνο που ονειρευόμαστε για τη μετα-COVID εποχή είναι να πάμε στην καφετέρια… ενώ εκείνοι είχαν στην ψυχή τους το πιο μεγάλο (το άσπιλο) όνειρο: την ελευθερία.

Όταν ήμουν παιδάκι, βρέθηκα ένα καλοκαίρι στο χωριό του πατέρα μου, το Τρίστενο Δωρίδας. Εκεί κοντά είναι και το χωρίο του Αθανάσιου Διάκου, η Αρτοτίνα – του έχουν στήσει μνημείο. (Έμαθα αργότερα ότι δυο χωριά της Φωκίδας τον διεκδικούν, η Μουσουνίτσα και η Αρτοτίνα- αντιφατικές οι πληροφορίες για την καταγωγή του… άλλα έλεγαν οι γεροντότεροι της περιοχής κι άλλα έχουν γραφτεί στα επίσημα χαρτιά.) Μια μέρα ο πατέρας μου με πήγε να δω το μνημείο. Ίσως να με κράταγε από το χέρι – δεν θυμάμαι. Καθίσαμε εκεί αρκετή ώρα, χωρίς να μιλάμε. Είχε ζέστη και τα πουλάκια χάλαγαν τον κόσμο. Σε ολόκληρη τη ζωή μου, αυτή είναι η πιο πολύτιμη ανάμνηση.
Κ.Λ.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *