Προσαγωγή-Σύλληψη-Κράτηση

Τι κάνουμε στην περίπτωση ελέγχου στο δρόμο και προσαγωγής στο αστυνομικό τμήμα ή ακόμα και σύλληψης;

Είναι πολύ διαδεδομένη πρακτική της αστυνομίας, ιδιαίτερα σήμερα που γίνονται μαζικά έλεγχοι λόγω COVID-19 για την επίδειξη αστυνομικού δελτίου ταυτότητας (ΑΔΤ) ή διαβατηρίου ή αντίστοιχου πιστοποιητικού κι εγγράφων κυκλοφορίας, να προσάγονται πολίτες στο αστυνομικό τμήμα (ΑΤ) επειδή δεν έχουν ταυτότητα ή αντίστοιχο έγγραφο.

Μετά την προσαγωγή στο ΑΤ θα πρέπει γρήγορα να γίνεται ο έλεγχος των στοιχείων κι αμέσως να αφήνονται οι πολίτες ελεύθεροι, αν και με τη δικαιολογία του φόρτου εργασίας αυτό συχνά καθυστερεί πολύ και, το χειρότερο είναι ότι συχνά απαγορεύεται στους προσαχθέντες να μιλήσουν σε δικηγόρο ή στους συγγενείς τους, οπότε αφήνονται στην ψυχολογική πίεση του εγκλεισμού σε κρατητήριο-κελί, σε συνθήκες απάνθρωπες και χωρίς κανένα δικαίωμα επικοινωνίας.

Όμως είναι πολύ συγκεκριμένοι οι λόγοι για τους οποίους κάποιος επιτρέπεται να προσαχθεί, όπως προκύπτει από το άρθρο 74 παρ. 15 περίπτ. θ΄ του Προεδρικού Διατάγματος (ΠΔ) 141/1991, όπου ορίζεται ότι ο αστυνομικός «οδηγεί στο αστυνομικό κατάστημα για εξέταση άτομα τα οποία στερούνται αποδεικτικών της ταυτότητάς τους ή τα οποία, εξαιτίας του τόπου, του χρόνου, των περιστάσεων και της συμπεριφοράς τους δημιουργούν υπόνοιες διάπραξης εγκληματικής ενέργειας». Επιπλέον, ορίζεται ότι «τα προσαγόμενα στο αστυνομικό κατάστημα άτομα δέον όπως μη παραμένουν σ’ αυτό πέραν του χρόνου, ο οποίος είναι απολύτως αναγκαίος για τον σκοπό για τον οποίο προσήχθησαν».

Επομένως, εάν κάποιος έχει αστυνομική ταυτότητα επιτρέπεται να προσαχθεί στο ΑΤ μόνο εάν θεωρείται ύποπτος για ποινικό αδίκημα, γιατί κατ’ αρχάς και μόνο η επίδειξη ΑΔΤ είναι αρκετή για την ολοκλήρωση του ελέγχου και μόνο εάν υπάρχουν υπόνοιες διάπραξης αδικήματος ή επ’ αυτοφώρω τελούμενου εγκλήματος οδηγείται στο τμήμα (υπ΄ αριθ. 7100/22/4-α΄ από 17-6-2005 εγκύκλιος-διαταγή Αρχηγού της Αστυνομίας, άρθρο 74 παρ. 15 περίπτ. θ΄ του ΠΔ 141/1991).

Σε κάθε περίπτωση, όποιος προσάγεται έχει το δικαίωμα να ενημερωθεί άμεσα για το λόγο προσαγωγής καθώς και να επικοινωνήσει με ένα τουλάχιστον πρόσωπο της επιλογής του, ενώ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ από το εάν κρίνεται ύποπτος ή όχι, έχει δικαίωμα να απαιτήσει δικηγόρο, αφού κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του Κώδικα Δικηγόρων «Περιεχόμενο του λειτουργήματος είναι η εκπροσώπηση και υπεράσπιση του εντολέα του σε κάθε δικαστήριο, αρχή ή υπηρεσία ή εξωδικαστικό θεσμό, η παροχή νομικών συμβουλών και γνωμοδοτήσεων, όπως επίσης και η συμμετοχή του σε θεσμοθετημένα όργανα ελληνικά ή διεθνή».

Ακόμα περισσότερο δε, εάν κάποιος κρίνεται ύποπτος για κάποιο αδίκημα, πχ στις μέρες μας, ότι δεν έχει αποδεικτικό νόμιμης κυκλοφορίας, συναθροίζεται κλπ, είναι ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟ να έχει πρόσβαση σε δικηγόρο της επιλογής του προτού εξεταστεί από τα αρμόδια όργανα. Η δικαιολογία που προβάλλεται από την αστυνομία για την αποστέρηση του δικαιώματος είναι ότι δεν θεωρείται κατηγορούμενος όποιος προσάγεται, δεν θεωρείται δηλαδή η κράτησή του στο τμήμα σύλληψη, επομένως του λένε ότι δεν έχει δικαίωμα για δικηγόρο. Εντούτοις, είναι σαφέστατη η διάταξη του άρθρου 95 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, το οποίο ορίζει ότι «Ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος (επισήμανση δική μου) ενημερώνεται αμέσως όσον αφορά τουλάχιστον στα ακόλουθα δικαιώματα:

α) το δικαίωμα παράστασης με συνήγορο,
β) το δικαίωμα και τις προϋποθέσεις παροχής δωρεάν νομικών συμβουλών,
γ) το δικαίωμα ενημέρωσης σχετικά με την κατηγορία
δ) το δικαίωμα διερμηνείας και μετάφρασης και
ε) το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης».

Επομένως, ο ύποπτος έχει ακριβώς τα ίδια δικαιώματα με τον κατηγορούμενο. Άρα, για όποια αιτία κι αν γίνει προσαγωγή, ο πολίτης πρέπει να προστατεύσει τον εαυτό του και για το λόγο αυτό:

α. δεν καταθέτει
β. δεν απαντά σε ερωτήσεις

πριν ειδοποιήσει δικηγόρο, γιατί απλά, όταν κάποιος εξετάζεται είτε γιατί κάτι έπραξε ή δεν έπραξε, είτε ως «μάρτυρας», μπορεί να αυτοενοχοποιηθεί, δηλαδή να βλάψει τον εαυτό του κι ό,τι πει να είναι εναντίον του και να τον καταστήσει κατηγορούμενο!

Υπόψιν ότι τα ίδια ακριβώς δικαιώματα προβλέπει και η Ευρωπαϊκή Οδηγία 2013/48/ΕΕ.

Αυτά τα δικαιώματά μας προσπαθούμε να τα απαιτούμε ευγενικά, χωρίς να δίνουμε λαβές για να μας προσάψουν κατηγορίες, όπως απείθεια και αντίσταση κατά της Αρχής. Η Αρχή, εν προκειμένω η αστυνομία, είναι υποχρεωμένη να προστατέψει τα δικαιώματα των πολιτών όπως κι οι Εισαγγελείς κι όλοι οι λειτουργοί της δικαιοσύνης…

Σημειωτέον επίσης ότι εάν κριθεί κάποιος αρκετά ύποπτος τελέσεως αδικήματος –εάν δηλαδή υπάρξουν επαρκείς ενδείξεις– τότε σχηματίζεται εναντίον του δικογραφία, ξεκινάει ποινική δίωξη και καθίσταται κατηγορούμενος, κι αν το αδίκημα τελέστηκε εντός του τελευταίου 24ωρου οδηγείται στην αυτόφωρη διαδικασία, η οποία ευτυχώς, λόγω κορωνοϊού, δεν περιλαμβάνει τη διανυκτέρευση στο τμήμα, αλλά ορίζεται δικάσιμος στην οποία καλείται να προσέλθει αργότερα ο κατηγορούμενος.

Αυτές τις διευκρινήσεις για τα δικαιώματα των πολιτών –προκειμένου να μην υπάρχουν πολλές και διάφορες αντιφατικές ερμηνείες– διατύπωσε πρόσφατα και ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών.

Συντάκτης: Άνθια Κορέλα
Δικηγόρος στον Άρειο Πάγο

 

 

 

One thought on “Προσαγωγή-Σύλληψη-Κράτηση

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *